Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασικά πολιτικά κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασικά πολιτικά κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2008

ΨΗΦΙΣΜΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΚΑΙ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΟΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ




ΨΗΦΙΣΜΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΚΑΙ ΣΤΗΡΙΞΗΣ
ΤΟΥ ΟΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΙΚΤΥΟΥ

20 Ιανουαρίου 2008

Η 1η Συνδιάσκεψη των «Οικοσοσιαλιστών Ελλάδας» ψηφίζει ομόφωνα:
· Την υιοθέτηση του «Οικοσοσιαλιστικού Μανιφέστου» ως βασικό ιδεολογικό κείμενο της Πολιτικής Οργάνωσης των «Οικοσοσιαλιστών Ελλάδας»
· Τη στήριξη του «Διεθνούς Οικοσοσιαλιστικού Δικτύου» και της προσπάθειας για εξάπλωσή του σε όλο τον κόσμο και ειδικά στη γειτονιά μας, τα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο
· Την ένταξη των μελών μας στο «Οικοσοσιαλιστικό Διεθνές Δίκτυο».
Οι συλλογικές προσπάθειες για ενδυνάμωση του Οικοσοσιαλιστικού Ρεύματος, αποτελούν την ελπίδα των πολιτών του πλανήτη μας για αποτροπή της καταστροφής του Περιβάλλοντος και για πιο δίκαιη κοινωνία.
Αποφασίζουμε λοιπόν να συστρατευθούμε στον κοινό αγώνα με όλες μας τις δυνάμεις και να εργαστούμε με όλα τα πολιτικά μέσα, για την επίτευξη των στόχων του «Οικοσοσιαλισμού» με βάση τις αρχές και τις εκτιμήσεις που εκφράζονται από το «Οικοσοσιαλιστικό Μανιφέστο».


Τετάρτη 30 Ιουλίου 2008

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ Α' ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ

ΟΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΤΕΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

1η ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ
20 Ιανουαριου 2008

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ


Η ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Ο χώρος της πολιτικής οικολογίας στη χώρα μας, πέρασε (και περνά ίσως) από πολλές συμπληγάδες. Λόγω κοινωνικών, οικονομικών, ιστορικών και πολιτικών συνθηκών, δεν υπήρξε στο παρελθόν οικολογικό κίνημα από τα κάτω που να οδηγήσει στη δημιουργία πολιτικών φορέων που να το εκφράζουν. Όσες προσπάθειες έγιναν, ήταν από τα πάνω. Γι’ αυτό και η οικολογία δεν είχε την άνθηση που θα μπορούσε να έχει. Η επιτυχία των Οικολόγων Εναλλακτικών πριν από δυο δεκαετίες, να εκλέξουν Βουλευτίνα (δις) δεν συνοδεύτηκε με ανάλογη πορεία. Σήμερα, τα κομμάτια εκείνου του πολιτικού σχήματος, μαζί με τα φυσιολατρικά, υγειινίστικα σχήματα των Οικολόγων Ελλάδας και των Ελλήνων Οικολόγων, αποτελούν ένα θολό τοπίο. Ακόμα και το 1% που απέσπασαν στις εκλογές του Σεπτέμβρη οι Οικολόγοι Πράσινοι, μάλλον πρέπει να το αποδώσουμε στην έκφραση διαμαρτυρίας από τους πολίτες, λόγω και των πυρκαγιών του καλοκαιριού. Από τα υπάρχοντα οικολογικά σχήματα, απουσιάζει ο πολιτικός λόγος στη βάση της πρότασης ενός κοινωνικοοικονομικού μοντέλου ως απάντηση στο ποιος ευθύνεται για το αδιέξοδο και στο ποια είναι η εναλλακτική πολιτική πρόταση.
Η δημιουργία του Διεθνούς αλλά και του Ελληνικού Οικοσοσιαλιστικού Δικτύου (στην οποία συμμετείχαμε) είναι μια αχτίδα φωτός. Χρειάζεται όμως συστηματική δουλειά για την εδραίωση της νέας αντίληψης, τόσο με παρεμβάσεις στα ήδη υπάρχοντα πολιτικά σχήματα, όσο και με δημιουργία νέων (όπως το δικό μας). Μια δουλειά που δεν είναι τόσο εύκολη, αν κρίνουμε και από το γεγονός της απουσίας πολλών συνδικαλιστικών και πολιτικών φορέων από τη συγκέντρωση ενάντια στις κλιματικές αλλαγές της 8ης Δεκεμβρίου αλλά και από τη Δημόσια συζήτηση για τα οικολογικά ζητήματα.
Οι δυνάμεις της συντήρησης και της αντίδρασης, προσπαθούν να μεταφέρουν το βάρος της περιβαλλοντικής θεραπείας στους πολίτες (επιβάτες, καταναλωτές, παραγωγούς, μεταπράτες κλπ). Το οικολογικό πρόβλημα μετατρέπεται σε νέου είδους τρομοκρατία και οργανώνεται η χρησιμοποίησή του ως επιχειρήματος για περεταίρω εκμετάλλευση και καταπίεση των πολιτών. Αυτοί που για χάρη των κερδών τους κατέστρεψαν και εκμεταλλεύτηκαν τα πάντα, ρίχνουν τώρα το βάρος (οικονομικό και αλλαγής τρόπου ζωής) στους λαούς για να μη χρειαστεί να μειώσουν τα κέρδη τους. Οι οικολόγοι στην Ελλάδα δεν έχουν παρουσιάσει συνολική πρόταση οικονομική και πολιτική, για την ανατροπή των δεδομένων. Ακόμα και τα κόμματα ή πολιτικές οργανώσεις που ενδιαφέρονται για τα περιβαλλοντικά προβλήματα, το κάνουν με πολύ λιγότερη έμφαση από τα λεγόμενα κοινωνικά – οικονομικά, αδύναμοι όντες, πολιτικά και ιστορικά, να αναδείξουν την ουσιαστική σύνδεσή τους. Με τον τρόπο αυτό επιτρέπουν ακόμα και σε φορείς που συνέβαλαν στην καταστροφή, να εμφανίζουν το εαυτό τους ως οικολόγους. Χαρακτηριστική είναι η στάση της λεγόμενης «Σοσιαλιστικής Διεθνούς» των Σοσιαλδημοκρατών με πρόεδρο τον Γ.Παπανδρέου αλλά και του πρώην Αντιπροέδρου των ΗΠΑ Αλ Γκόρ, που εμφανίζονται να παίρνουν πρωτοβουλίες για το περιβάλλον ενώ όταν κατείχαν κυβερνητικές θέσεις, δεν έκαναν τίποτα προς αυτή την κατεύθυνση.
ΤΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Στην Ελλάδα, τα θέματα περιβάλλοντος θεωρούνται πεδίο δευτερεύουσας πολιτικής δράσης. Τα προβλήματα όμως είναι εντονότατα. Η παραγωγή ενέργειας στηρίζεται στα ορυκτά καύσιμα. Τη στιγμή μάλιστα που διεθνώς αναζητούνται νέες μορφές, η ΔΕΗ ετοιμάζεται για δημιουργία 4 – 6 νέων εργοστασίων (ΑΗΣ) λιγνίτη (ορατό αποτέλεσμα είναι η πολύ μεγαλύτερη από τον εθνικό Μ.Ο. συχνότητα εμφάνισης καρκίνου και καρδιαγγειακών παθήσεων στους κατοίκους αυτών των περιοχών). Στην ίδια λογική εντάσσεται και ο αγωγός Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη που εκτός των άλλων, αυξάνει κατακόρυφα τους κινδύνους οικολογικής καταστροφής από ατύχημα καθώς η χώρα μας εξακολουθεί να επιτρέπει σε μονοπύθμενα πλοία να μεταφέρουν καύσιμα εντός των χωρικών της υδάτων. Όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι ένα μεγάλο ατύχημα στην κλειστή θάλασσα του Αιγαίου θα οδηγήσει σε μακροχρόνια νέκρωση του θαλάσσιου περιβάλλοντος και σε μαρασμό της οικονομίας που στηρίζεται στον τουρισμό και την αλιεία. Οι θάλασσες δέχονται επιπλέον τόνους αστικών και βιομηχανικών λυμάτων, καθώς απουσιάζει η λειτουργία βιολογικών καθαρισμών και ο έλεγχος. Ακόμα και το σπουδαίο έργο της Ψυττάλειας είναι ελλιπές και υπολειτουργεί. Τα ποτάμια δε, έχουν αρχίσει να νεκρώνονται λόγω λυμάτων. Ακόμα και ο υδροφόρος ορίζοντας σε πολλές περιοχές έχει μολυνθεί από βιομηχανικά λύματα με αποτέλεσμα οι πολίτες ανυποψίαστοι να πίνουν νερό με αρσενικό ή άλλα δηλητήρια. Τα σκουπίδια των πόλεων καταλήγουν χωρίς επεξεργασία ή διαχωρισμό σε νόμιμες και παράνομες χωματερές που αποτελούν περιβαλλοντική βόμβα και μας στερούν από τα προϊόντα της ανακύκλωσης. Το πόσιμο νερό ξοδεύεται αλόγιστα. Χαρακτηριστικό είναι πως από τα 1836 δισεκατομμύρια κυβικά νερού που χρειάζεται ετησίως η Θεσσαλία, τα 1600 δισεκατομμύρια απαιτούνται για την άρδευση των καλλιεργειών ενώ θα μπορούσαν να έχουν επιλεγεί άλλες, μη υδροβόρες καλλιέργειες.
Τα λίγα δάση της χώρας, κάθε καλοκαίρι καίγονται συστηματικά χωρίς να ακολουθούν δενδροφυτεύσεις. Επόμενο στάδιο αποτελεί συνήθως η αυθαίρετη δόμηση. Σε όλη τη χώρα, ηπειρωτική και νησιωτική, οι πολίτες ξέρουν πως μπορούν να χτίσουν οπουδήποτε και στη συνέχεια να το νομιμοποιήσουν. Στις πόλεις το νέφος έχει αντικαταστήσει τον αέρα που συνηθίζαμε να αναπνέουμε πολλά χρόνια πριν. Αυτό συνδέεται και με το γεγονός της ενθάρρυνσης από το κράτος της χρήσης Ι.Χ.. Οι δημόσιες συγκοινωνίες είναι ανεπαρκείς και ρυπογόνες. Λίγα δρομολόγια, λίγα οχήματα και ταλαιπωρία για τους επιβάτες, οδηγούν τους κατοίκους των πόλεων στη χρήση Ι.Χ. ή ταξί. Τα μέσα σταθερής τροχιάς είναι λίγα και δεν καλύπτουν τον αστικό ιστό. Οι μετακινήσεις μας λοιπόν, ρυπαίνουν αλλά και μας στερούν πολύτιμες ώρες ανθρώπινης επικοινωνίας. Η κατάσταση των πόλεων εμποδίζει τους πολίτες και τους αποθαρρύνει παράλληλα από το να βαδίζουν ή να χρησιμοποιούν ποδήλατο. Όσο για τη Δημόσια υγεία, αποτελεί εφιάλτη. Οι κρατικοί έλεγχοι απουσιάζουν. Τα τρόφιμα είναι μεταλλαγμένα χωρίς να το γνωρίζουν οι καταναλωτές, με φυτοφάρμακα (νόμιμα ή και απαγορευμένα), ληγμένα κλπ. Όλα αυτά οδηγούν σε πολλές ασθένειες. Εκεί το χάος δρα επίσης. Έχουμε καταφύγει σε υπερκατανάλωση φαρμάκων που στην ουσία αδυνατίζουν το ανοσοποιητικό σύστημα και κανείς δεν οδηγείται σε άλλο τρόπο ζωής και διατροφής που θα συμβάλει στην πρόληψη ασθενειών. Ο ελληνικός περιβαλλοντικός εφιάλτης, ολοκληρώνεται με το γεγονός του ότι οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας, ανεξέλεγκτες, τοποθετούν όπου θέλουν τις θανατηφόρες κεραίες τους. Όσο για την οικιακή χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, το κόστος εγκατάστασης του εξοπλισμού (φωτοβολταϊκά, ανεμογεννήτριες κλπ) είναι υπέρογκο χάρη και στην πολλαπλή φορολόγηση μέσω του ΦΠΑ. Το πράσινο στις πόλεις απουσιάζει και οι λίγοι ελεύθεροι χώροι δωρίζονται σε μεγαλοεργολάβους, σε ΠΑΕ και σε εμπορικά κέντρα. Ούτε λόγος για πάρκα και χώρους πρασίνου.
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Η επίθεση στα δικαιώματα των εργαζομένων και συνταξιούχων, αλλά και στο εισόδημά τους, έχει γίνει συντονισμένη και σταθερή πολιτική της κυβέρνησης της ΝΔ η οποία συνεχίζει με πολύ σκληρότερο τρόπο την πολιτική των τελευταίων κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ. Η κυβέρνηση Καραμανλή, έχει επιδοθεί σε μια σειρά επιθέσεων στις κατακτήσεις του παρελθόντος, ενώ ανάμεσα σε σκάνδαλα προσπαθεί να ξεπουλήσει τη δημόσια περιουσία αλλά και τη Δημόσια Παιδεία και Υγεία.
Η Τράπεζα της Ελλάδος, προσπαθεί να βάλει χέρι στα αποθεματικά των Ταμείων. Έτσι, αντί το Κράτος να αποδώσει στα Ταμεία τα οφειλόμενα, προσπαθεί να εκμεταλλευτεί και τα αποθεματικά τους, χωρίς κανένα κέρδος για τους ασφαλισμένους. Έφτασαν μέχρι του σημείου να επεξεργάζονται την πώληση των κτηρίων των υπουργείων και στη συνέχεια την ενοικίασή τους από τους αγοραστές, για να εμφανίσουν έστω και προσωρινά κέρδη. Πρόσφατα το Ταμείο των Δημοσίων Υπαλλήλων, ανέλαβε την κάλυψη και των κληρικών, χαρίζοντας όμως τα αποθεματικά του Ταμείου τους στην Εκκλησία. Παράλληλα, ενώ σχεδιάζονται μειώσεις συντάξεων και αυξήσεις ορίων ηλικίας, στους Στρατιωτικούς δίνονται ασφαλιστικά «δώρα» με αυξήσεις και συνταξιοδοτικές διασφαλίσεις. Ακόμα και η Ο.Α., μια εταιρεία που μετά τον Ωνάση χρηματοδοτήθηκε από το ελληνικό κράτος με υποδομές, εξοπλισμό, προσωπικό και κάλυψε κοινωνικές ανάγκες, κυρίως στα νησιά του Αιγαίου αλλά και στους τόπους μετανάστευσης του εξωτερικού, οδηγείται (μετά από χρέη που της δημιούργησαν το κράτος και τα μεγάλα κόμματα) σε κλείσιμο ή ξεπούλημα σε ιδιώτες.
Η ακρίβεια είναι καθημερινός βραχνάς για τους περισσότερους, ενώ οι συνταξιούχοι ξοδεύουν το μεγαλύτερο μέρος της πενιχρής έτσι κι αλλιώς σύνταξής τους σε φάρμακα.
Τα διάφορα Υπουργεία προσπαθούν με «μπακαλίστικους» τρόπους να εμφανίσουν υψηλό ΑΕΠ, χαμηλό πληθωρισμό, χαμηλή ανεργία και υψηλότερο επίπεδο διαβίωσης. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική – πολύ σκληρότερη.
Οι ελληνικές επιχειρήσεις, με πρώτες τις τράπεζες, σημειώνουν κάθε χρόνο ρεκόρ κερδών, τη στιγμή που οι μισθοί και οι συντάξεις βρίσκονται στο ναδίρ. Παράλληλα ο κρατικός μηχανισμός συντηρεί ένα κλίμα τρομοκρατίας και ξενοφοβίας, με σκοπό τη διάσπαση των εργαζομένων και την αποδυνάμωση της συνδικαλιστικής τους δράσης. Ακόμα, η φιλολογία περί ευνοημένων εργαζομένων (τα «ρετιρέ») δημιουργεί μια έρπουσα αντιπαλότητα ανάμεσα σε δημοσίους και ιδιωτικούς υπαλλήλους, ανάμεσα σε υψηλόμισθους και χαμηλόμισθους, ανάμεσα σε ασφαλισμένους σε ισχυρά ταμεία και σε αυτούς των προβληματικών ταμείων, ανάμεσα σε εργαζόμενους με παροχές και σε αυτούς που τους κλέβουν ακόμα και τις υπερωρίες, ανάμεσα σε Έλληνες και μετανάστες, ανάμεσα σε εργαζόμενους με πλήρες ωράριο και σε part-time συνήθως ανασφάλιστους κλπ.
Η συγκλονιστική συμμετοχή των εργαζομένων, ανέργων, συνταξιούχων, φοιτητών στην απεργία της 12ης Δεκεμβρίου, έδωσε μια αισιόδοξη δυναμική, δίνοντας πολλαπλά μηνύματα σε κόμματα, συνδικαλιστικές ηγεσίες και –κυρίως- στην Κυβέρνηση.
Ο Καραμανλής και οι υπουργοί του κινούνται μεταξύ του σκοτεινού και του φαιδρού. Είναι ξεκάθαρο ότι εκτελούν αποστολή, κάνοντας τις ημέρες διαφθοράς του ΠΑΣΟΚ να φαντάζουν ελάχιστες μπροστά στη σημερινή κατάσταση. Ομόλογα, ασφαλιστικό, εξωτερική πολιτική, ακρίβεια, ανεργία, παιδεία, υγεία, ασφάλεια μεταφορών, καθεστώς προσλήψεων στο Δημόσιο κλπ, είναι σαφή δείγματα για τη νοοτροπία ρεβανσισμού, «μαφίας» και διάλυσης του κοινωνικού κράτους.
Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Βαλκάνια
Τις προηγούμενες δεκαετίες, η ελληνική εξωτερική πολιτική υιοθέτησε το δόγμα περί μη αλλαγής των συνόρων στην Ευρώπη και ειδικότερα στα Βαλκάνια. Η αστική τάξη της χώρας, υπήρξε συνεπής σε αυτό το δόγμα, ακόμα και όταν είχε ενδιαφέρουσες προτάσεις (όπως η δημιουργία ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους στην Γκαγκαουζία της Μολδαβίας μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ). Το ίδιο δόγμα υπερασπίστηκε και στην περίπτωση της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας. Το ίδιο δόγμα επικαλέστηκε ως επιχείρημα και στην πρόταση για δυο ανεξάρτητα κράτη στην Κύπρο. Τα τελευταία χρόνια όμως αυτή η πολιτική των ίσων αποστάσεων και της αποφυγής αναταραχών στα Βαλκάνια, έχει αρχίσει να υποχωρεί. Αυτό φαίνεται και από την αμερικανοκίνητη στάση του ελληνικού Υπ.Εξ. στο θέμα του Κοσυφοπεδίου όπου ο πρώην UCK ελέγχει πολιτικά και στρατιωτικά την περιοχή η οποία οδεύει προς «ανεξαρτητοποίηση» στο δρόμο της «Μεγάλης Αλβανίας».
Η σύγχυση στην οποία βρίσκεται η ελληνική εξωτερική πολιτική, αποτυπώνεται καλύτερα όμως στο θέμα της Μακεδονίας. Από το «η Μακεδονία είναι Ελληνική» της δεκαετίας του ’90 μέχρι τη σημερινή απάθεια στη διεθνή αναγνώριση της «Δημοκρατίας της Μακεδονίας» η απόσταση απλά … δεν ερμηνεύεται.
Σταθερή μας θέση είναι η εναντίωση σε κάθε είδους εθνικισμό, καθώς πιστεύουμε ότι η επικράτησή του οδηγεί σε συγκρούσεις, υπανάπτυξη, φτώχεια και καταπίεση. Όταν λοιπόν συγκρούονται δυο εθνικισμοί, η πολιτικά ορθή και σοσιαλιστική στάση, δεν μπορεί να είναι η στήριξη του ενός από τους δυο.
Ειδικότερα λοιπόν στο θέμα της Μακεδονίας, αντιμάχονται δυο εθνικισμοί. Ο ελληνικός λέει πως η Μακεδονία είναι μόνο ελληνική, καμία υποχώρηση δε μπορεί να γίνει για το όνομα και οι «Σκοπιανοί» πρέπει να σταματήσουν να προκαλούν. Ο «Μακεδονικός» λέει πως το κράτος τους αποτελεί την ιστορική συνέχεια του κράτους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η Μακεδονία του Αιγαίου είναι σκλαβωμένη από τους Έλληνες και στόχος τους είναι η επανένωση των τριών τμημάτων (Βαρδάρη, Αιγαίου, Πιρίν) με Πρωτεύουσα την Σολούν.
Η στάση κάποιων πολιτικών φορέων που από αντίδραση στον ελληνικό εθνικισμό πέφτουν στην παγίδα να υιοθετήσουν τον «Μακεδονικό» εθνικισμό, τους φέρνει αντιμέτωπους ακόμα και με τους αντικειμενικούς και μετριοπαθείς παρατηρητές, πολύ περισσότερο δε με τους ίδιους τους Έλληνες Μακεδόνες πέρα από κόμματα και ομαδοποιήσεις.
Βασική μας επιδίωξη πρέπει να είναι η σταθερότητα στην περιοχή και η αποφυγή εξάρσεων που αποπροσανατολίζουν τους λαούς της περιοχής από τα πραγματικά τους προβλήματα. Σεβόμαστε το δικαίωμα των γειτόνων να θεωρούν τον εαυτό τους Μακεδόνες, οπότε δε μπορούμε να αποκλείσουμε τη χρήση του όρου. Το «Δημοκρατία της Μακεδονίας» ή το «Νέα Μακεδονία» όμως, τους αναγάγει σε μοναδικό δικαιούχο και ιστορικό συνεχιστή του όρου, ενισχύει τον αλυτρωτισμό τους, δικαιολογεί επεκτατική πολιτική ιδεολογία και οπλίζει τον ελληνικό εθνικισμό. Επιθυμούμε τη διατήρηση του κράτους της ΠΓΔΜ και όχι τη διάλυσή του. Οπότε δε μπορούμε να επιμένουμε σε ονομασία «Σλαβομακεδονία» καθώς αυτή αποκλείει το αλβανικό στοιχείο της χώρας και ενισχύει τις αποσχιστικές τάσεις του. Στηρίζουμε λοιπόν κάθε άλλο όρο που θα επιλέξουν οι γείτονες (π.χ. Άνω Μακεδονία, Μακεδονία του Βαρδάρη ή άλλο) και καλούμε τα κόμματα και των δύο χωρών να τον δεχτούν λύνοντας μια διαμάχη που εμποδίζει κυρίως την ομαλή ανάπτυξη των γειτόνων μας.
Κυπριακό
Η συνεχιζόμενη αντιπαράθεση Τούρκων και Ελλήνων στο νησί, δίνει άλλοθι στην ελληνοκυπριακή άρχουσα τάξη που «επενδύει» σε εξοπλισμούς, περιορίζει κάποιες κοινωνικές και ατομικές ελευθερίες, αναγκάζει σε πολύμηνη υποχρεωτική στράτευση τους άρρενες πολίτες και δεν επιτρέπει προοδευτικές πολιτικές επιλογές. Από την άλλη, επιτρέπει στην τουρκοκυπριακή άρχουσα τάξη, να στερεί τις πολιτικές ελευθερίες από τους εξαθλιωμένους πολίτες του βόρειου τμήματος, να καταληστεύει τη Δημόσια περιουσία ξεπουλώντας την σε ξένους ιδιώτες και επιχειρήσεις, ενώ απουσιάζουν παντελώς οι κοινωνικές υπηρεσίες και η οικονομία ελέγχεται αποκλειστικά από την Τουρκία και όχι από τους τουρκοκύπριους, οδηγώντας σε εξαθλίωση, υπανάπτυξη και πλήρη οικονομική και πολιτική εξάρτηση από αυτήν. Δικαιολογεί επίσης την Βρετανική παρουσία στο νησί. Λόγω της έντασης, και στις δυο πλευρές επικρατούν συντηρητικές πολιτικές θέσεις και πρακτικές και το πολιτικό σύστημα έχει εγκλωβιστεί στην αντιπαράθεση αυτή. Από τη μια πλευρά ο ελληνοκυπριακός πολιτικός κόσμος προσπαθεί να πετύχει τον απόλυτο οικονομικοκοινωνικό έλεγχο του νησιού και ο τουρκοκυπριακός, υπό το βάρος της ένδειας, των εποίκων και της ισχυρής στρατιωτικής παρουσίας στο νησί, προσπαθεί να κερδίσει όσο γίνεται περισσότερα ώστε μετά τη μοιρασιά με τους Τούρκους να απομείνει κάτι και γι’ αυτούς.
Πρέπει να δοθεί άμεσα λύση βιώσιμη και κοινά αποδεκτή. Δυστυχώς δε μπορεί πια να είναι το Σύνταγμα του 1960, φυσικά δε μπορεί να είναι το «σχέδιο Ανάν», δε μπορεί να είναι η μονομερής αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων ούτε μπορεί να διατηρήσουν την κυπριακή υπηκοότητα μόνο οι τουρκοκύπριοι που γεννήθηκαν στο νησί πριν την εισβολή. Απαράδεκτη θα ήταν επίσης και η περίπτωση δημιουργίας δυο ξεχωριστών κρατών, με βάση τα σημερινά σύνορα που δημιούργησε εισβάλοντας ο τουρκικός στρατός. Σε αυτή τη βάση ισοτιμίας, δικαιοσύνης και αναλογικότητας, στηρίζουμε κάθε κοινά από τις δυο κοινότητες αποδεκτή λύση.
Ανατολική Μεσόγειος και Μέση Ανατολή
Ο αγώνας των Παλαιστινίων για ανεξαρτησία, έχει ακόμα πολλά εμπόδια να αντιμετωπίσει. Ο Ισραηλιτικός ιμπεριαλισμός, δεν διστάζει να επιτίθεται και να απειλεί τις γειτονικές αραβικές χώρες, ενώ το τείχος που έχουν οικοδομήσει γύρω από την παλαιστινιακή περιοχή έχει αποκλείσει τους Παλαιστινίους οικονομικά και κοινωνικά, αποτελώντας επιπλέον και οικολογικό έγκλημα. Η πολιτική του Ισραήλ, έχει ενισχύσει την ακραία πολιτική της Χαμάς και των υποστηρικτών της και έτσι αντί να γίνουν διεργασίες οικοδόμησης ενός Παλαιστινιακού Κράτους που θα δικαιώσει τους μακροχρόνιους αγώνες, με αλληλοσεβασμό, αλληλεγγύη και Δημοκρατία, έχει στρέψει τους Παλαιστινίους στον εξτρεμισμό και την υπανάπτυξη.
Η κατάσταση στο Ιράκ, το Πακιστάν και το Αφγανιστάν, παραμένει το ίδιο δραματική. Η πολιτική των ΗΠΑ και των συμμάχων τους, συντηρεί συνειδητά τους κινδύνους (Ταλιμπάν, εξτρεμιστές, παραστρατιωτικοί κλπ) ώστε να δικαιολογεί πολιτικά την παρουσία της στην περιοχή. Παράλληλα η Ε.Ε. φαίνεται να ταλαντεύεται μέσα στην αδυναμία της, ανάμεσα στην ανοχή και την συναίνεση.
Η πολιτική των ΗΠΑ και των συμμάχων τους, σκοπό έχει την οικονομική επικυριαρχία σε όλο τον πλανήτη. Οι πολιτικές και οικονομικές κρίσεις που προκαλούνται, έχουν ήδη οδηγήσει την τιμή του πετρελαίου σε δυσθεώρητα ύψη, τη στιγμή που η παγκόσμια οικονομία στηρίζεται στα ορυκτά καύσιμα. Κομμάτι της ίδιας πολιτικής είναι και η σταθερή άρνηση των οικονομικά ισχυρών, να επενδύσουν σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειες, καθώς αυτές δε θα μπορούν να τις ελέγξουν κατ’ αποκλειστικότητα. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στηρίζονται σε μια τεχνολογία που δεν έχει ακόμα αναπτυχθεί, ακριβώς γιατί κανείς δεν επένδυσε σε αυτήν. Αν όμως η ευρεία χρήση τους γίνει πραγματικότητα προσιτή σε όλους, θα στερήσει δύναμη από αυτούς που προσπαθούν να ελέγξουν οικονομικά τον πλανήτη. Η G8 και οι σύμμαχοί τους, προσπαθούν να διατηρήσουν τον έλεγχο του τρίτου κόσμου αλλά και των αναπτυσσόμενων χωρών, μέσα από διεθνείς οικονομικούς και πολιτικούς Οργανισμούς, οι οποίοι καταλήγουν μαριονέτες τους.
ΟΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ
Όπως έχουν αποδείξει επιστημονικές επιτροπές της ΓΣΕΕ και άλλων φορέων, αλλά και η επιχειρηματολογία πολιτικών κομμάτων και οργανώσεων, τα προβλήματα που η Κυβέρνηση διακηρύσσει ότι δεν λύνονται χωρίς θυσίες από τους εργαζόμενους, έχουν στην πραγματικότητα πολύ απλές λύσεις. Τα ασφαλιστικά ταμεία έχουν πόρους που καταληστεύονται από τα υπουργεία ενώ το Δημόσιο και οι μεγάλοι ιδιώτες εργοδότες, βρίσκουν θεσμικούς ή εξωθεσμικούς τρόπους να αποφεύγουν ή να μειώνουν τις εισφορές τους. Το ΥΠ.ΕΣ. αρνείται τα βαρέα και ανθυγιεινά στους ΟΤΑ λόγω «οικονομικής στενότητας», τη στιγμή που η συμμετοχή του Ελληνικού Στρατού στο Αφγανιστάν στοίχισε 24 εκατομμύρια € το 2006 και 13 εκατομμύρια το 2007. Οι ίδιες οι κρατικές υπηρεσίες ομολογούν ότι η φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή αποτελούν πληγή. Ομολογούν επίσης ότι η παραοικονομία ανθεί. Παραδέχονται ότι εκατομμύρια ευρώ από την Ε.Ε. δε μπορούν να αντληθούν γιατί οι Φορείς αδρανούν και δεν εκπονούν προγράμματα. Άρα χρήματα υπάρχουν ή μπορούν να βρεθούν. Απουσιάζει όμως η πολιτική βούληση. Οι προτεραιότητες της Κυβέρνησης είναι διαφορετικές από αυτές της πλειονότητας των πολιτών. Διαφορετική είναι επίσης και η πρόθεση για το από πού θα αντληθούν οι απαραίτητοι πόροι. Η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής & της εισφοροδιαφυγής, η παύση της σπατάλης των υπουργείων, η μείωση των εξόδων για πολεμικούς σκοπούς, η κατάργηση Συμβούλων, Επιτροπών κλπ που αμείβονται με υπέρογκα ποσά, η εκμετάλλευση Κοινοτικών πόρων, η καταπολέμηση του λαθρεμπορίου, η φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας – έως και η απαλλοτρίωσή της, η φορολόγηση της πολύ μεγάλης ιδιοκτησίας και των συναλλαγών του Χρηματιστηρίου (ειδικά των εικονικών), η διαφάνεια στις δημόσιες προμήθειες, η σταθεροποίηση (προς τα κάτω) των αμοιβών Βουλευτών, Δικαστικών, Υπουργών κλπ, θα απελευθερώσουν τεράστια ποσά για στήριξη της Δημόσιας Υγείας, Παιδείας και λοιπών κοινωνικών υπηρεσιών. Οι επιχειρήσεις πρέπει να μοιραστούν τα τεράστια κέρδη τους με τους εργαζόμενους. Οι σπουδάζοντες, οι ασθενείς και η τρίτη ηλικία δικαιούνται να απολαύσουν πόρους που όλη η Κοινωνία έχει καταβάλει εδώ και δεκαετίες και που κάποιοι (οι ίδιοι πάντα έστω και με διαφορετικό πρόσωπο κάθε φορά) καρπώνονται παρά τη θέλησή μας.
Τα προβλήματα του οικοσυστήματος, είναι πλέον ορατά στην καθημερινή μας ζωή, από τον καθένα. Η οικονομία της αγοράς δεν μπορεί να δώσει λύσεις. Είναι μάλιστα αυτή που ευθύνεται απόλυτα για τη σημερινή κατάσταση. Ακόμα και οι οικονομίες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» (στην ουσία Κρατικού Καπιταλισμού) το προηγούμενο διάστημα, όχι μόνο δε σεβάστηκαν το περιβάλλον αλλά κάποιες φορές προέβησαν και σε μεγαλύτερες οικολογικές καταστροφές από τον Δυτικό Καπιταλισμό. Η καταστροφή συνεχίζεται μέχρι σήμερα αμείωτη στις αναπτυσσόμενες οικονομίες της καπιταλιστικής περιφέρειας (Βραζιλία, Ινδία, Κορέα), στην «Σοσιαλιστική» Κίνα, στις χώρες του «αριστερού τόξου» της Λατινικής Αμερικής και βέβαια στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές μητροπόλεις. Η έτσι κι αλλιώς ανεπαρκής «Συνθήκη του Κιότο» και η αποτυχία συμφωνίας στο Μπαλί, δείχνουν ότι οι κυβερνώντες αρνούνται να αντιμετωπίσουν την επερχόμενη καταστροφή. Το παγκόσμιο σύστημα υγείας στηρίζεται στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων με χημικά σκευάσματα – πατέντες πολυεθνικών. Απουσιάζει η πρόληψη και οι φυσικές μέθοδοι αντιμετώπισης. Η παιδεία μας ως πολίτες, καταναλωτές προϊόντων, τροφών και ενέργειας, χρήστες μεταφορικών μέσων, δημιουργοί απορριμμάτων κλπ, είναι τόσο ελλιπής που μας οδηγεί σε αντιπεριβαλλοντική συμπεριφορά. Τα κράτη, όχι μόνο δεν ενθαρρύνουν, αλλά παρεμποδίζουν την ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Δεν εφαρμόζουν βιοκλιματική αρχιτεκτονική στα Δημόσια έστω κτήρια, δεν ενισχύουν τα Μαζικά Μέσα Μεταφοράς και τα μέσα σταθερής τροχιάς, δεν επενδύουν στην έρευνα για «καθαρή ενέργεια», δεν ανακυκλώνουν, προωθούν εν τέλει την άκρατη κατανάλωση χωρίς συλλογική και περιβαλλοντική ηθική.
Ο ρόλος λοιπόν των οικοσοσιαλιστών στην Ελλάδα και στον κόσμο ολόκληρο, είναι πολλαπλά δύσκολος και αναγκαίος. Οφείλουμε να συνδέσουμε το συνδικαλιστικό κίνημα με τον αγώνα για προστασία και αναβάθμιση του περιβάλλοντος. Είναι δεδομένο ότι όχι μόνο οι εργατικές διεκδικήσεις, αλλά και η ζωή μας, συνδέονται άρρηκτα με τους αγώνες για το περιβάλλον. Δεν απορρίπτουμε τους αγώνες κάποιων οικολογικών φορέων για υγιεινή διατροφή, αλλαγή τρόπου ζωής και απεξάρτηση από βλαβερές συνήθειες. Δεν μπορούν όμως αυτά να αποτελούν την πολιτική μας αναφορά, ούτε μπορούν να σχηματίσουν ρεαλιστική πρόταση κοινωνικής και οικονομικής λειτουργίας. Η απάντηση για το ποιος ευθύνεται για τη σημερινή κατάσταση είναι και απάντηση για το ποιο πρέπει να είναι το πολιτικό – κοινωνικό – οικονομικό μοντέλο που προτείνουμε και πρέπει να ακολουθήσουμε.
Δρόμος μας είναι ο ΟΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ.

ΟΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ (Α')

Το Οικοσοσιαλιστικό Μανιφέστο
Των Joel Kovel και Michael Loewy*
Ο εικοστός πρώτος αιώνας, ξεκινά καταστροφικά: με μια οικολογική κατάρρευση πρωτοφανούς βαθμού και με μια χαοτική παγκόσμια τάξη πραγμάτων που περιβάλλεται με τον τρόμο και τους πολέμους χαμηλής έντασης που απλώνονται σαν γάγγραινα σε μεγάλες περιοχές του πλανήτη -στη κεντρική Αφρική, στη Μέση Ανατολή, κατά μήκος της ακτής του Ειρηνικού στη Νότια Αμερική- και αντανακλώνται σε όλα τα έθνη.
Κατά την άποψή μας, οι οικολογικές κρίσεις και οι κρίσεις της κοινωνικής κατάρρευσης συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους και θα έπρεπε να τις βλέπουμε σαν ξεχωριστές εκδηλώσεις των ίδιων δομικών δυνάμεων. Οι πρώτες, προέρχονται γενικά από την αχαλίνωτη εκβιομηχάνιση που καταστρέφει την ικανότητα της γης να αποσβένει και να συγκρατεί την οικολογική αποσταθεροποίηση. Οι δεύτερες, προέρχονται από τη μορφή του ιμπεριαλισμού, γνωστή ως παγκοσμιοποίηση και από τα εξαιρετικά καταστροφικά αποτελέσματά της στις κοινωνίες που βρίσκει στο δρόμο της. Επιπλέον, αυτές οι ελλοχεύουσες δυνάμεις αποτελούν ουσιαστικά διαφορετικές πτυχές της ίδιας δυναμικής, η οποία πρέπει να προσδιοριστεί ως η κεντρική δυναμική που κινεί το όλον: την επέκταση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Απορρίπτουμε όλους τους ευφημισμούς και την προπαγάνδα που αμβλύνει την κτηνωδία αυτού του καθεστώτος ˙ το «πράσινο ξέπλυμα» του οικολογικού του κόστους, την απόκρυψη του ανθρώπινου κόστους του στο όνομα της δημοκρατίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Αντίθετα με αυτά, επιμένουμε να βλέπουμε το κεφάλαιο από τη σκοπιά του τι έχει κάνει πραγματικά.Επενεργώντας στη φύση και στην οικολογική της ισορροπία, το καθεστώς, με την προστακτική του ανάγκη να επεκτείνει διαρκώς την κερδοφορία του, εκθέτει τα οικοσυστήματα σε αποσταθεροποιητικές ρυπάνσεις, κατακερματίζει τους βιότοπους που εξελίχτηκαν επί χιλιετίες για να επιτρέψουν να ανθήσουν ζωντανοί οργανισμοί, σπαταλά τους φυσικούς πόρους και υποβαθμίζει την αισθησιακή ζωτικότητα της φύσης σε ψυχρή ανταλλαξιμότητα η οποία απαιτείται για την συσσώρευση του κεφαλαίου. Από την πλευρά της ανθρωπότητας, με τις απαιτήσεις της για αυτοδιάθεση, για συμβίωση ως «κοινότητα» και μια ύπαρξη με νόημα, το κεφάλαιο υποβαθμίζει την πλειονότητα του πληθυσμού της γης σε απλή δεξαμενή εργατικής δύναμης, ενώ απορρίπτει τους περισσότερους από τους υπόλοιπους σαν άχρηστο «βάρος». Εισέβαλε στις κοινότητες και υπονόμευσε την ακεραιότητά τους μέσα από την παγκόσμια κουλτούρα της μαζικής κατανάλωσης και απολιτικοποίησης. Αύξησε τις ανισότητες πλούτου και εξουσίας σε επίπεδα πρωτοφανή στην ανθρώπινη ιστορία. Συνδέθηκε με ένα δίκτυο διεφθαρμένων και δουλοπρεπών κρατών-πελατών, οι τοπικές ελίτ των οποίων επωμίζονται το έργο της καταστολής και προστατεύουν το κέντρο από την κατακραυγή. Επιπλέον, άρχισε να δημιουργεί ένα δίκτυο διακρατικών οργανισμών υπό τη γενική εποπτεία των δυνάμεων της Δύσης και από την υπερδύναμη των Η.Π.Α., για να υπονομεύσει την αυτονομία της περιφέρειας και να την δεσμεύσει στην υπερχρέωση, διατηρώντας ταυτόχρονα έναν τεράστιο στρατιωτικό μηχανισμό που ισχυροποιεί την υποταγή στο καπιταλιστικό κέντρο.
Πιστεύουμε ότι το παρόν καπιταλιστικό σύστημα δεν μπορεί να ρυθμίσει, και ακόμα περισσότερο να ξεπεράσει, τις κρίσεις που το ίδιο έχει προκαλέσει. Δεν μπορεί να επιλύσει την οικολογική κρίση επειδή, για να το κάνει, θα έπρεπε να θέσει όρια στη συσσώρευση - πράγμα απαράδεκτο για ένα σύστημα που βασίζεται στην επιταγή «αυξήσου ή πέθανε»! Και δεν μπορεί να επιλύσει την κρίση που προκαλεί η τρομοκρατία ή άλλες μορφές βίαιου ξεσηκωμού, επειδή θα έπρεπε να εγκαταλείψει τη λογική της αυτοκρατορίας και άρα να επιβάλει απαράδεκτα όρια στην οικονομική ανάπτυξη και τον όλο «τρόπο ζωής» που στηρίζεται από αυτή την αυτοκρατορία. Η μόνη επιλογή που του απομένει είναι η προσφυγή στην ωμή βία, αυξάνοντας με αυτό το τρόπο την αλλοτρίωση και σπέρνοντας τους σπόρους της περαιτέρω τρομοκρατίας …και της περαιτέρω αντιτρομοκρατίας που την ακολουθεί, εξελισσόμενος έτσι σε μια νέα κάκιστη παραλλαγή του φασισμού. Συνοψίζοντας, το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, ιστορικά χρεοκοπεί. Έχει γίνει μια αυτοκρατορία ανίκανη να προσαρμοστεί, ο γιγαντισμός της οποίας αποκαλύπτει την ελλοχεύουσα αδυναμία της. Είναι, με οικολογικούς όρους, βαθύτατα ασταθές και χωρίς στηρίγματα και πρέπει να αλλάξει εκ βάθρων, ή καλύτερα να αντικατασταθεί, αν θέλουμε ένα μέλλον που αξίζει να το ζήσουμε.
Να γιατί επιστρέφει το δραματικό δίλημμα που έθεσε άλλοτε η Ρόζα Λούξεμπουργκ: Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα!, σε μια εποχή που η βαρβαρότητα αποτυπώνεται στον αιώνα που αρχίζει, με τα χαρακτηριστικά της οικοκαταστροφής, του τρόμου - αντιτρόμου και του φασιστικού εκφυλισμού τους. Ωστόσο, γιατί σοσιαλισμός; Γιατί αναβιώνουμε αυτή τη λέξη που φαίνεται να παραδόθηκε στον σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας εξαιτίας των λαθεμένων ερμηνειών της κατά τον 20ό αιώνα; Για ένα και μόνο λόγο: με όποιον τρόπο και αν «ηττήθηκε» ή έμεινε απραγματοποίητη, η έννοια του σοσιαλισμού εξακολουθεί να εκφράζει την υπέρβαση του κεφαλαίου. Αν το ζητούμενο είναι να ηττηθεί το κεφάλαιο, ένας στόχος που τώρα εμφανίζεται ως κατεπείγων για την επιβίωση του ίδιου του πολιτισμού, το αποτέλεσμα θα είναι αναγκαστικά «σοσιαλιστικό», μια και αυτός είναι ο όρος που καταδεικνύει το πέρασμα σε μια μετα-καπιταλιστική κοινωνία. Αν λέμε ότι το κεφάλαιο είναι ριζικά μη βιώσιμο και τείνει προς τη βαρβαρότητα που σκιαγραφήσαμε παραπάνω, τότε λέμε επίσης ότι χρειάζεται να οικοδομήσουμε ένα «σοσιαλισμό» ικανό να υπερβεί τις κρίσεις που δημιούργησε το κεφάλαιο. Και αν οι «σοσιαλισμοί» του παρελθόντος απέτυχαν να το κάνουν, είναι δική μας υποχρέωση, αν δεν θέλουμε να καταλήξουμε σε ένα βάρβαρο τέλος, να αγωνιστούμε για ένα σοσιαλισμό που θα πετύχει. Και όπως, από τότε που η Ρόζα Λούξεμπουργκ διατύπωσε τη μοιραία εναλλακτική πρότασή της, η βαρβαρότητα άλλαξε με τρόπο που να αντανακλά την εποχή, με τον ίδιο τρόπο το όνομα και η πραγματικότητα του «σοσιαλισμού» πρέπει να ανταποκρίνονται στην εποχή μας. Για όλους αυτούς τους λόγους, επιλέξαμε να ονομάσουμε τη δική μας ερμηνεία του σοσιαλισμού ως «οικοσοσιαλισμό» και να αφιερωθούμε στην πραγμάτωσή της.
Γιατί οικοσοσιαλισμός;
Μέσα στα πλαίσια της οικολογικής κρίσης, βλέπουμε τον οικοσοσιαλισμό όχι ως την άρνηση των σοσιαλισμών «της πρώτης εποχής» του εικοστού αιώνα, αλλά ως την πραγμάτωσή τους. Όπως και εκείνοι, οικοδομείται πάνω στη βαθιά γνώση του γεγονότος ότι το κεφάλαιο είναι αντικειμενοποιημένη παρελθούσα εργασία, και όπως κι εκείνοι επίσης, στηρίζεται στην ελεύθερη ανάπτυξη όλων των παραγωγών, ή με άλλα λόγια, στην εξάλειψη του χωρισμού των παραγωγών από τα μέσα παραγωγής. Αντιλαμβανόμαστε ότι αυτός ο στόχος δε μπορούσε να επιτευχθεί από τον σοσιαλισμό της πρώτης εποχής, για λόγους εξαιρετικά περίπλοκους για να τους αναλύσουμε εδώ, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ποικίλες συνέπειες της υπανάπτυξης μέσα στο εχθρικό περιβάλλον των τότε υπαρχουσών καπιταλιστικών δυνάμεων. Αυτή η συγκυρία προκάλεσε πολυάριθμες βλαβερές συνέπειες στους υπαρκτούς σοσιαλισμούς, με κύρια την άρνηση της εσωτερικής δημοκρατίας που μαζί με τον συναγωνισμό με τον καπιταλιστικό παραγωγισμό, οδήγησαν τελικά στην κατάρρευση αυτών των κοινωνιών και στην καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντός τους. Ο οικοσοσιαλισμός κρατάει τους στόχους της χειραφέτησης του σοσιαλισμού της πρώτης εποχής και απορρίπτει τους χαμηλούς ρεφορμιστικούς στόχους της σοσιαλδημοκρατίας και τις παραγωγίστικες δομές των γραφειοκρατικών παραλλαγών του σοσιαλισμού. Επιμένει ωστόσο, στον επανακαθορισμό τόσο της οδού όσο και του στόχου της σοσιαλιστικής παραγωγής μέσα σε ένα οικολογικό πλαίσιο. Αυτό το κάνει ειδικά από σεβασμό στα «αναπτυξιακά όρια» που είναι σημαντικά για τη βιωσιμότητα της κοινωνίας. Τα όρια αυτά δεν τίθενται με την έννοια της έλλειψης, της στέρησης και της καταστολής. Αντίθετα, στόχος είναι ο μετασχηματισμός των αναγκών και μια βαθιά μετατόπιση προς την ποιοτική διάσταση, μακριά από την ποσοτική. Από τη σκοπιά της παραγωγής εμπορευμάτων, αυτό μεταφράζεται στην αξιολόγηση ως σημαντικότερης, της χρηστικής αξίας τους σε σχέση με την ανταλλακτική τους αξία – ένα πλάνο ύψιστης σημασίας που στηρίζεται στην άμεση οικονομική δραστηριότητα.
Η γενίκευση της οικολογικής παραγωγής υπό σοσιαλιστικές συνθήκες, μπορεί να προσφέρει το έδαφος για να ξεπεράσουμε τις σημερινές κρίσεις. Μια κοινωνία ελεύθερα συνεταιριζόμενων παραγωγών δεν σταματάει στο δικό της εκδημοκρατισμό. Πρέπει αντίθετα, να επιμείνει στην απελευθέρωση όλων των ανθρώπων και αυτή η απελευθέρωση να αποτελέσει έδαφος στήριξής της και στόχο της. Με αυτό τον τρόπο ξεπερνάει τις ιμπεριαλιστικές ορμές, τόσο υποκειμενικά όσο και αντικειμενικά. Υλοποιώντας έναν τέτοιο στόχο, αγωνίζεται για να ξεπεράσει κάθε μορφή κυριαρχίας, συμπεριλαμβάνοντας ειδικά αυτές του φύλου και της φυλής. Ακόμα, ξεπερνά τις συνθήκες που οδηγούν σε φονταμενταλιστικές στρεβλώσεις και τις τρομοκρατικές εκδηλώσεις τους. Συνοψίζοντας, μια παγκόσμια κοινωνία θεμελιώνεται σε ένα βαθμό, πάνω σε μια οικολογική αρμονία με τη φύση, αδιανόητη κάτω από τις παρούσες συνθήκες. Ένα πρακτικό αποτέλεσμα αυτών των τάσεων θα μπορούσε να εκφραστεί, για παράδειγμα, με τον μαρασμό της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα που συνδέονται απόλυτα με τον βιομηχανικό καπιταλισμό. Αυτό με τη σειρά του μπορεί να παράσχει την υλική βάση για την απελευθέρωση των εδαφών που καταπιέζονται από τον ιμπεριαλισμό του πετρελαίου, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπει τη συγκράτηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη, καθώς και των άλλων δεινών της οικολογικής κρίσης. Κανείς δεν μπορεί να διαβάσει αυτές τις θέσεις- προτάσεις χωρίς να σκεφτεί: πρώτον, τα πολυάριθμα θεωρητικά και πρακτικά ζητήματα που αυτές εγείρουν και: δεύτερον και πιο αποκαρδιωτικό, το πόσο απόμακρες είναι από την παρούσα διαμόρφωση του κόσμου όπως αυτός είναι αγκιστρωμένος στους θεσμούς, αλλά και όπως είναι καταγεγραμμένος στη συνείδησή μας. Δεν χρειάζεται να επεξεργαστούμε αυτά τα σημεία που θα έπρεπε να είναι άμεσα αναγνωρίσιμα από όλους. Θα θέλαμε όμως να επιμείνουμε για να αντιμετωπισθούν μέσα από την κατάλληλη προοπτική. Δεν είναι πρόθεσή μας ούτε να καθορίσουμε το κάθε βήμα αυτής της πορείας ούτε να υποχωρήσουμε μπροστά στον αντίπαλο επειδή είναι πολύ πιο ισχυρός. Αντίθετα, πρόθεσή μας είναι να αναπτύξουμε μια λογική επαρκούς και αναγκαίου μετασχηματισμού της παρούσας τάξης πραγμάτων και να αρχίσουμε τα ενδιάμεσα βήματα προς αυτό το στόχο. Το κάνουμε προκειμένου να στοχαστούμε σε βάθος αυτές τις δυνατότητες και ταυτόχρονα για να αρχίσουμε το έργο του σχεδιασμού από κοινού με εκείνους που μοιράζονται τις ίδιες αντιλήψεις. Αν αυτά τα επιχειρήματα έχουν κάποια αξία, τότε παρόμοιες σκέψεις και πρακτικές που πραγματώνουν αυτές τις σκέψεις, πρέπει να βλαστήσουν αλληλοστηριζόμενες, σε αναρίθμητα σημεία σε όλο τον πλανήτη.
Ο οικοσοσιαλισμός θα είναι διεθνής και οικουμενικός ή δεν θα υπάρξει. Οι κρίσεις της εποχής μας μπορούν -και πρέπει- να ειδωθούν ως επαναστατικές ευκαιρίες και δική μας υποχρέωση είναι να τις αντιμετωπίσουμε ως τέτοιες και να τις κάνουμε πραγματικότητα.

*(Μετάφραση από το πρωτότυπο στα Αγγλικά: Τάσος Πανταζίδης)